Σε επίπεδο αριθμών ο Γενικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή για τον μήνα Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους, σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή, κατέγραψε αύξηση της τάξης του 2,5%, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο Δείκτη του 2ου μήνα του 2024. Παράλληλα, σύμφωνα με την πρόσφατη ανάλυση στοιχείων που πραγματοποίησε η Εθνική τράπεζα της Ελλάδος, η ιδιωτική κατανάλωση στο σύνολο του 2024 αυξήθηκε κατά 1,9% ετησίως.
Η εικόνα των αναγκών των νοικοκυριών μέσα από την ιεράρχηση που πραγματοποιούν φαίνεται στην έρευνα της Ένωσης Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδος (ΕΕΚΕ), όπου πρώτη ανάγκη για κάλυψη από τον οικογενειακό προϋπολογισμό είναι τα τρόφιμα με ποσοστό 73,2%, ακολουθεί η ιατρική περίθαλψη με ποσοστό 59,8%, αμέσως μετά η θέρμανση με 54,3%, στην τέταρτη θέση το ενοίκιο – δάνειο κατοικίας με 53,9% και πέμπτη ανάγκη η εκπαίδευση με ποσοστό 43,4%.
Σημαντική επιβάρυνση στις τιμές εντοπίζουν οι περισσότεροι καταναλωτές κυρίως στα τρόφιμα κατά 87,78%, αλλά και στη θέρμανση σε ποσοστό 79,82%. Κατόπιν η κατηγορία δαπανών που σημειώνει αύξηση τον τελευταίο χρόνο αξιολογούν πως είναι η μετακίνηση με Ι.Χ. λόγω της αύξησης της τιμής των καυσίμων (66,61%) και τα λοιπά βασικά είδη πρώτης ανάγκης (54,09%).
Πρόσφατη έρευνα του Ινστιτούτου Ερευνών της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας (Γ.Σ.Ε.Ε) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σε ποσοστό 60% δήλωσαν ότι ο μισθός δεν επαρκεί για την κάλυψη των μηνιαίων εξόδων, ενώ το 88% δηλώνει ότι έχει μειώσει τις δαπάνες του σε βασικά ήδη διατροφής προκειμένου να ανταπεξέλθει.
Ποιο το υφιστάμενο και ποιο το επιθυμητό μηνιαίο εισόδημα
Με βάση τα στοιχεία της ΕΕΚΕ στα ελληνικά νοικοκυριά για την κάλυψη της μηνιαίας δαπάνης των παραπάνω αναγκών, και σε ποσοστό 47,7% που είναι το υψηλότερο, συνεισφέρουν 2 άτομα και αμέσως μετά με 38,4% ακολουθεί η απάντηση ένα άτομο.
Σε επίπεδο μηνιαίου εισοδήματος, από 1001 έως 2000 ευρώ είναι το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα για τους περισσότερους συμμετέχοντες και σε ποσοστό 42,1%. Η αμέσως επόμενη δημοφιλέστερη απάντηση είναι το οικογενειακό εισόδημα 0-1000 ευρώ, σε ποσοστό 28,0%.
Εν συνεχεία, με ετήσιο οικογενειακό εισόδημα 2001-3000 ευρώ διαβιεί το 17,4%. Οι αμέσως επόμενες υψηλότερες βαθμίδες άνω των 3001 ευρώ οικογενειακού εισοδήματος, αφορά συμμετέχοντεςσε σαφώς μικρότερο ποσοστό το οποίο ανέρχεται στο 12,5%.
Το επιθυμητό μηνιαίο εισόδημα για τους περισσότερους και ποσοστό 42,81% για να αντεπεξέλθουν κυμαίνεται ανάμεσα στις 2001 -3000 ευρώ. Ακολουθούν με ποσοστό 23,16% οι καταναλωτές που δηλώνουν ότι θα έπρεπε να διαθέτουν εισόδημα μεταξύ 3001-4000 ευρώ. Παράλληλα, το 18,25% δηλώνει ότι για να αντεπεξέλθει στην ακρίβεια θα έπρεπε να διαθέτει οικογενειακό εισόδημα 1001-2000 ευρώ.
Σε μια κατηγορία λιγότερο αναγκαίων δαπανών όπως για την επισκευή κατοικίας η πλειοψηφία 59,9% δήλωσε ότι τελευταία φορά που συντήρησε την κατοικία του ήταν τα τελευταία τρία ή περισσότερο από πέντε χρόνια. Πιο αναλυτικά, το 31,0% έχει περισσότερα από 5 χρόνια να προβεί σε εργασίες συντήρησης, ενώ το 28,9% την έχει επισκευάσει τα τελευταία τρία χρόνια.
Πως αντιμετωπίζεται το έλλειμμα προϋπολογισμού
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τα ελλείμματα του προϋπολογισμού τους οι καταναλωτές. Ως πρώτη λύση σε ποσοστό 50,5% καταγράφεται η περικοπή άλλων δαπανών και ακολουθεί με 19,1% η χρήση των αποταμιεύσεών. Την εύρεση δεύτερης απασχόλησης επιλέγει το 15,4%, ενώ τον δανεισμό από το οικογενειακό - φιλικό περιβάλλον το 12,2%. Τέλος, και σε πολύ μικρό βαθμό το 2,9% επιλέγει τον δανεισμό από πιστωτικό ίδρυμα.
Στην πρόσφατη έρευνα του ΙΝΕ/Γ.Σ.Ε.Ε, φαίνεται ότι 7 στους 10 εργαζομένους (71% των ερωτηθέντων) δήλωσε ότι είτε χρησιμοποιεί μέρος των αποταμιεύσεών του (34%) είτε ότι δεν διαθέτει καθόλου αποταμιεύσεις (37%), προκειμένου να αντιμετωπίσει τα έξοδα του μήνα. Παρόμοιο είναι και το ποσοστό των ιδιωτικών υπαλλήλων 31,7% που απάντησε ότι δεν διαθέτει αποταμιεύσεις και στην έρευνα της ΕΕΚΕ.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος οι συνολικές καταθέσεις των ελληνικών νοικοκυριών μειώθηκαν το 2024 στα 169,5 δισ. ευρώ, από τα 175,4 δισ. ευρώ το 2023.
