Εστιάζοντας σε μία τέτοια επώδυνη μνήμη, αυτήν του Ολοκαυτώματος, ο Ομότιμος Καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ χρησιμοποιεί τον εικαστικό λόγο ως εργαλείο αντίστασης στη λήθη, συχνά σύμφυτη με τη μισαλλοδοξία και τον ρατσισμό. Μέσα από τα έργα του στην Αίθουσα Allatini-Dassault του Γαλλικού Ινστιτούτου, ο Ξενής Σαχίνης καλεί τον θεατή να αναγνωρίσει τη σκοτεινή διάσταση της ανθρώπινης φύσης, αλλά και την ανάγκη για διαρκή εγρήγορση απέναντι στην απώλεια της μνήμης.
Στην έκθεση, που γίνεται με την υποστήριξη της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης και τελεί υπό την αιγίδα του Γενικού Προξενείου της Γαλλίας, παρουσιάζονται πάνω από 65 έργα τα οποία αντιπροσωπεύουν σχεδόν όλα τα εκφραστικά ιδιώματα του καλλιτέχνη: σχέδια, ακρυλικά, σχέδια σε λαμαρίνα με ηλεκτροκόλληση, κατασκευές. Η επιμέλεια είναι του Τίτους Μίλεχ.
Ο Ομότιμος Καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ Ξενής Σαχίνης
«Η λήθη είναι εύκολη, η μνήμη απαιτεί την αποδοχή και όχι την ανοχή. Είναι εύκολο να λέμε ανοχή, tolerance, εγώ όμως θέλω την αποδοχή, acceptance», λέει ο Ξενής Σαχίνης στη συνέντευξή του στα Μακεδονικά Νέα. Στο παρελθόν ο ίδιος φιλοτέχνησε και δώρισε στο ΑΠΘ δύο έργα για το Ολοκαύτωμα, τα αποκαλυπτήρια των οποίων έγιναν το 2014 και το 2019.
Συνέντευξη στη Χρύσα Νάνου
Πώς εξηγείτε ότι χωρίς να έχετε εβραϊκές ρίζες σας αγγίζει τόσο η μνήμη του Ολοκαυτώματος;
Από την εποχή που μεγάλωνα στη Φλέμινγκ, στην ανατολική Θεσσαλονίκητο ’60, σε μία γειτονιά που είχε ακόμη χώμα, όταν παίζαμε χωριζόμασταν σε ομάδες, Εγγλέζοι και Γερμανοί. Τους Αμερικανούς δεν τους ξέραμε, τους Γερμανούς τους ξέραμε. Γνωρίζαμε για την Κατοχή, είχαμε και τα γειτονάκια που οι γονείς τους ήταν μετανάστες στη Γερμανία. Παίζαμε σπαθιά, πετροπόλεμο και θεωρούσαμε ότι ο πόλεμος είναι παιχνίδι. Ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο του Ρεϊμόν Καρτιέ για τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο που μου αγόρασαν οι γονείς μου, έπεσα πάνω σε μία φωτογραφία των λεγόμενων Muselmann. Στην αργκό των στρατοπέδων συγκέντρωσης, ήταν οι άνθρωποι που απείχαν εκατοστά από τον θάνατο. Αποσκελετωμένοι, με μάτια τεράστια, κοιτάζουν την πόρτα καθώς την ανοίγει ένας Αμερικανός στρατιώτης και τους φωτογραφίζει. Ήταν στο Μπούχενβαλντ, στρατόπεδο όχι εξόντωσης αλλά εκπαίδευσης – αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είχε το κρεματόριό του.
Βλέποντας τη φωτογραφία αναρωτήθηκα πού είναι το παιχνίδι, πού είναι η δόξα του πολέμου. Μεγαλώνοντας άκουγα τον πατέρα μου να μου μιλάει για το Ολοκαύτωμα, κάποιες φορές πηγαίνοντας βόλτα στον Σιδηροδρομικό σταθμό όπου υπήρχαν ακόμη βαγόνια σαν αυτά που μετέφεραν τους συμπολίτες μας Εβραίους στο Άουσβιτς. Στη γειτονιά μας είχαμε κι Εβραίους, εκεί κοντά ήταν το γκέτο του Βαρόνου Χιρς και το Εβραϊκό νοσοκομείο.
Όταν άρχισαν να φεύγουν τα τρανσπόρ -για να χρησιμοποιήσω τη λέξη των ναζί-, η γιαγιά μου πήγε στην Εβραία γειτόνισσά της και της είπε, «άσε τα κορίτσια σου μαζί μου, θα τις κρύψω». Εκείνη απάντησε:«Τα κορίτσια είναι αρραβωνιασμένα, ας πάνε με τα αγόρια τους να δουλέψουν στην Κρακοβία». Έτσι τους έλεγαν τότε, ότι τους έστελναν για δουλειά στην Πολωνία. Δεν γύρισε πίσω κανένας. Ο πατέρας μου πάντοτε μου μιλούσε με αγάπη για το διαφορετικό, θεωρούσε ότι οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης είναι καλλιεργημένη ράτσα, είχε τα δικά της ήθη και έθιμα. Στο σπίτι λέγαμε τα τραγουδάκια που κυκλοφορούσαν πριν φύγουν, είναι σαν να τα ακούω και τώρα με την προφορά τη σεφαραδίτικη: «Καταραμένο να ’ν το ερμανό που πήρε όλο τσι το βιος, να το πάει στην Κρακοβία να το κάψει ζωντανό».
Μεγαλώνοντας συνεχίσατε να διαβάζετε, να ενημερώνεστε για το Ολοκαύτωμα;
Όσο διάβαζα και μάθαινα περισσότερα, τόσο το τραύμα μεγάλωνε. Όταν σπούδαζα στο Παρίσι, το 1983, βρήκα ένα βιβλίο ιστορίας αφιερωμένο στα πειράματα που έγιναν στα στρατόπεδα. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, δεν πίστευα ότι υπήρχε τόση βία, μου ήταν αδύνατον να καταλάβω ποια ήταν η δικαιολογία, ο αποχρών λόγος αυτής της βίας.
Ανάμεσα στα έργα της έκθεσης είναι καιτα κουτιά-φυλάκια μνήμης (memoryboxes)...
Ασχολήθηκα για πολύ καιρό με αυτά τα κουτιά, άλλα ξύλινα, άλλα μεταλλικά, κάποια βρίσκονται στο Εβραϊκό Μουσείο στη Θεσσαλονίκη, όπως και στο Εβραϊκό Μουσείο της Αθήνας. Αυτά που παρουσιάζω τώρα είναι καινούργια. Δουλεύοντας για την έκθεση είπα δεν είναι δυνατόν να μην κάνω μία σειρά από κουτιά. Θέλω να θυμίσω ότι το Ολοκαύτωμα δεν είναι κάτι αφηρημένο που μας τρομάζει μόνο με τους αριθμούς. Στα κουτιά υπάρχουν ημερομηνίες, ονόματα και τοποθεσίες. Ένας διάφανος κύβος έχει μέσα έναν μεταλλικό σταυρό και ένα μεταλλικό άστρο του Δαβίδ, που αναφέρεται στους Έλληνες «Δικαίους των εθνών». Είναι οι Έλληνες χριστιανοί που αποδεδειγμένα έσωσαν εβραϊκές οικογένειες και που έκτοτε, μέχρι και σήμερα, συνδέονται μαζί τους με δεσμούς αίματος. Δίπλα στην καχυποψία, το μίσος,είναι κι αυτοί οι άνθρωποι που σε κάνουν να λες ότι υπάρχει ελπίδα. Μου γεννά αισιοδοξία το γεγονός ότι η σιωπή σιγά σιγά φεύγει. Πέρασαν 85 χρόνια, γράφονται βιβλία για τους Εβραίους της Ελλάδας από νέους επιστήμονες. Είμαστε ίσως μετά την Πολωνία το κράτος που έχασε τους περισσότερους Εβραίους στο Ολοκαύτωμα, αλλά είμαστε και το κράτος που είχε παραπάνω Δικαίους των εθνών κι αυτό πρέπει να το θυμόμαστε.
Κουτί -φυλάκιο μνήμης
Τι άλλο παρουσιάζετε στην αίθουσα του Γαλλικού Ινστιτούτου;
Ο επισκέπτης θα δει ακόμη μία μεγάλη κατασκευή που θυμίζει το τραπέζι ανατομίας ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης. Εκεί υπάρχει ένα εγχάρακτο κορμί με μπλε μελάνι. Είναι μία Θεσσαλονικιά, η οποία ανήκε σε ομάδα 80-85 Εβραίων που στάλθηκαν από το Άουσβιτς στο Στρασβούργο για να θανατωθούν, διότι ένας καθηγητής από το πανεπιστήμιο ήθελε να κάνει συλλογή σκελετών. Στο χέρι υπάρχει ο αριθμός της, είναι η Ελβίρα Αμάρ.Σήμερα βλέπω τα τατουάζ που στολίζουν τα μέλη νέων ανθρώπων και δεν μπορώ να συμφιλιωθώ μ’ αυτά, γιατί η εγχάραξη του αριθμού στο Άουσβιτς στην ουσία απεξανθρωπίζει τον άνθρωπο, τον εξαφανίζει πριν ακόμη πεθάνει.
Έχουμε επτά χαρακτικά μεγάλων διαστάσεων και πέντε λαμαρίνες στις οποίες υπάρχει σχέδιο με ηλεκτροκόλληση–είναι ανεξίτηλο όπως το τατουάζ. Υπάρχουν και 30 σχέδια με μελάνι που αναφέρονται σε συγκεκριμένες στιγμές, στα νοσοκομεία από τα οποία ξεκίνησε το ολοκαύτωμα των Γερμανών αρρώστων με ανίατες πνευματικές ασθένειες. Ήταν οι πρώτοι που το πλήρωσαν πριν αρχίσει ο Πόλεμος, γιατί οι ναζί είπαν δεν μπορούμε να τρέφουμε άχρηστα στόματα. Κι ακόμη υπάρχουν σχέδια με τους τεράστιους λάκκους όπου καίγονταν τα πτώματα στο Μπιρκενάου, όταν δεν είχε ακόμη κρεματόρια. Είχαν δύο αγροτόσπιτα στα οποία έκλεισαν τις εξόδους και από μία τρύπα έριχναν τοzyclonB, πρωσικό οξύ, θανατώνοντας τα θύματα. Μετά, με τα κρεματόρια η διαδικασία έγινε εργοστασιακή.
Δημιουργείτε όλα αυτά τα έργα διότι νιώθετε να απειλείται η μνήμη;
Ναι. Δεν είναι εύκολο να κάνεις κάτι που ξέρεις από πριν ότι δεν είναι πολύσημο, κανείς για παράδειγμα δεν θέλει να ξυπνάει στο σπίτι του και να βλέπει έναν πίνακα με μία έρημη πεδιάδα που θυμίζει τους τόπους των εγκλημάτων στη Βαλτική, ακόμη κι αν είναι ωραία ζωγραφική. Η προσπάθειά μου είναι να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη όλων των συμπολιτών μας που θανατώθηκαν στο Άουσβιτς-Μπιρκενάου. Δεν απειλείται βέβαια μόνο η συγκεκριμένη μνήμη. Απειλείται η ίδια η αξιοπρέπεια της ζωής μας. Με αναθεωρήσεις, ηθικές και πολιτικές, στον κόσμο. Αν ξανάρθουν οι ναζί, θα έρθουν με διαφορετικό ένδυμα. Βλέπουμε την εκκόλαψη του αβγού του φιδιού. Στην είσοδο της έκθεσης θα δείτε ένα ψηφιακό έργο. Πήρα το σύνθημα που έγραφε στο Μπούχενβαλντ «Ο καθένας και το πεπρωμένο του» και πρόσθεσα μία λέξη: «Κάθε καλλιτέχνης ορίζει το πεπρωμένο του». Εγώ το όρισα…
Με την έκθεση αυτή κλείνετε έναν κύκλο περίπου μισού αιώνα από την πρώτη σας έκθεση στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Ποια ήταν τα συναισθήματα όσο την προετοιμάζατε;
Ένιωσα σαν να ξαναέκανα την πρώτη έκθεση της ζωής μου, το 1977. Τότε ήμουν γύρω στα 20, θεωρούσα ότι όλα είναι εύκολα στη ζωή. Τώρα στα 71 μου, ως παππούς της χαρακτικής, με πλείστα όσα προβλήματα υγείας, το ότι κατόρθωσα να παρουσιάσω μία έκθεση που το 97% έργων είναι φτιαγμένα την τελευταία τριετία με κάνει να αισθάνομαι μία παράξενη ικανοποίηση, περηφάνεια, ότι ευτυχώς μπορώ ακόμη και εργάζομαι. Πίστευα ότι δεν θα μπορούσα να ξανακάνω χαρακτική, γιατί είχα τις περιπέτειες της υγείας μου. Νιώθω χαρά διότι έχω καινούργιους φίλους, όπως ο Τίτους Μίλεχ που επιμελήθηκε την έκθεση, Γερμανός που απαρνήθηκε την πατρίδα του, ο Παναγιώτης Αλατσίδης που με βοήθησε στα τεχνικά κομμάτια της έκθεσης και τρία κορίτσια που με βοηθάνε στο τύπωμα, ενώ εγώ χαράσσω. Ξέρετε, η χαρακτική θέλει δύναμη…
Δάσος Πονάρι, Λιθουανία, ηλεκτροκόλληση σε λαμαρίνα, 2024
Ποιος είναι ο Ξενής Σαχίνης
Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1954, σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας χαρακτική με δάσκαλο τον Κ. Γραμματόπουλο και σκηνογραφία με τον Β. Βασιλειάδη. Από το 1981 έως το 1985 παρακολούθησε σπουδές ζωγραφικής Ecole Normale Supérieure des Beaux-Arts στο Παρίσι στο Εργαστήριο του V. Guignebert. Από το 1986 δίδαξε σχέδιο και χαρακτική στο Τμήμα Εικαστικών του ΑΠΘ και υπήρξε συντονιστής σε 25 συμφωνίες Erasmus. Σήμερα είναι Ομότιμος Καθηγητής Χαρακτικής.
Έχει παρουσιάσει τη δουλειά του σε περισσότερες από 60 ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό και συμμετείχε σε πλήθος ομαδικών και διεθνών εκθέσεων που αφορούν τη χαρακτική. Έχει πάρει μέρος σε τρία παγκόσμια συνέδρια χαρακτικής IMPACT, στα δύο εκ των οποίων ήταν εισηγητής και έχει γράψει δύο βιβλία για τη σύγχρονη χαρακτική. Το 1996 συμμετείχε στην Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας, όπου του απονεμήθηκε το μεγάλο βραβείο για τη χαρακτική.
Πάουλ Μπλόμπελ, ξυλογραφία, 2024
Διάρκεια έκθεσης έως 17 Μαΐου 2025
Ώρες λειτουργίας: Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή 18:00 – 21:00, Σάββατο 11:00 – 14:00
Είσοδος ελεύθερη