Δασμοί Τραμπ: Βαρύ πλήγμα για τις εξαγωγές ελληνικής κομπόστας - Επιτακτική ανάγκη η στροφή σε Μεξικό και χώρες MERCOSUR

Ακούστε το άρθρο 8'
03.04.2025 | 13:20
Ένα σημαντικό πλήγμα για τις ελληνικές εξαγωγές κομπόστας ροδάκινου, φρουτοσαλάτας και συνολικά των κατεψυγμένων φρούτων προκάλεσε η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να αυξήσει τους δασμούς στις εισαγωγές αυτών των προϊόντων.

Πρόκειται για έναν εμπορικό πόλεμο με σοβαρές επιπτώσεις για έναν από τους πλέον εξωστρεφείς κλάδους της ελληνικής μεταποίησης, που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις εξαγωγές.

Η απόφαση των ΗΠΑ αφορά αύξηση των δασμών από 17% σε 37% στον κλάδο της κομπόστας, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη τη διατήρηση των ελληνικών προϊόντων στην αμερικανική αγορά. Η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα σε εξαγωγές μεταποιημένων ροδάκινων στις ΗΠΑ με 100 εκατομμύρια ευρώ σε πωλήσεις ετησίως, ποσό που αντιστοιχεί σε 20% του συνόλου των εξαγωγών του κλάδου. Με δεδομένο ότι οι συνολικές εξαγωγές της ελληνικής κομπόστας και των κατεψυγμένων φρούτων αγγίζουν τα 500 εκατομμύρια ευρώ, η απώλεια της αμερικανικής αγοράς δεν μπορεί εύκολα να αντικατασταθεί από άλλες αγορές.

Η ελληνική κομπόστα ροδάκινου είναι από τα πλέον εξαγώγιμα προϊόντα της χώρας και κατέχει ηγετική θέση στην παγκόσμια αγορά. Οι ελληνικές επιχειρήσεις του κλάδου έχουν επενδύσει επί δεκαετίες σε υποδομές, καινοτομία και εξαγωγική στρατηγική, καταφέρνοντας να δημιουργήσουν ένα εκτεταμένο δίκτυο πωλήσεων σε όλο τον κόσμο. Παρά τη μεγάλη διασπορά των εξαγωγών σε δεκάδες χώρες, οι ΗΠΑ παραμένουν μια στρατηγική αγορά μετά την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως επισήμανε στα Μακεδονικά Νέα ο πρόεδρος της Ένωσης Κονσερβοποιών Ελλάδος, Κώστας Αποστόλου. 

Αντίμετρα και πιθανές λύσεις

Σύμφωνα με τον πρόεδρο, η απόφαση των ΗΠΑ δημιουργεί ένα εχθρικό περιβάλλον για τον κλάδο, ενώ οι επιχειρήσεις θα κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να διατηρήσουν το μεγαλύτερο δυνατό μερίδιο στην αμερικανική αγορά, τουλάχιστον έως ότου οι δασμοί μειωθούν ή αρθούν. Παράλληλα, ζητά την άμεση ενεργοποίηση εμπορικών συμφωνιών με νέες αγορές.

Στο πλαίσιο αυτό, επιτακτική είναι η άμεση κύρωση των εμπορικών συμφωνιών της ΕΕ με το Μεξικό και τις χώρες του MERCOSUR (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη και Παραγουάη), οι οποίες θα μπορούσαν να προσφέρουν ζωτικό χώρο στις ελληνικές εξαγωγές. Το Μεξικό υπήρξε στο παρελθόν σημαντική αγορά για τα ελληνικά μεταποιημένα φρούτα και μια νέα εμπορική συμφωνία θα μπορούσε να διευκολύνει την επιστροφή των ελληνικών προϊόντων εκεί. «Ζητάμε από την Ελληνική Κυβέρνηση και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή την άμεση κύρωση και έναρξη ισχύος των υπό έγκριση συμφωνιών με το Μεξικό και τις χώρες MERCOSUR που θα δώσει ζωτικό χώρο στις ελληνικές εξαγωγές μεταποιημένων φρούτων», τόνισε ο κ. Αποστόλου.

Επιπλέον, ο κλάδος ζητά και την προώθηση εμπορικής συμφωνίας μεταξύ ΕΕ και Ινδίας, καθώς η ασιατική χώρα, αν και αποτελεί τεράστια αγορά, έχει υψηλούς δασμούς άνω του 50% στα μεταποιημένα ροδάκινα, καθιστώντας τις ελληνικές εξαγωγές μη ανταγωνιστικές.

Η απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης είναι μέρος ενός ευρύτερου εμπορικού πολέμου που έχει ξεκινήσει, με σοβαρές συνέπειες για τη διεθνή αγορά. «Οι ΗΠΑ, με τη λογική ''αποφασίζω και διατάζω'', επιβάλλουν δασμούς χωρίς διαπραγματεύσεις, γεγονός που προκαλεί αβεβαιότητα στους εμπορικούς εταίρους τους», πρόσθεσε ο κ. Αποστόλου. Τα αντίμετρα που μπορεί να λάβει η ΕΕ ίσως δεν είναι ικανά να ανακουφίσουν τον ελληνικό κλάδο, καθώς η ζημιά από την αμερικανική αγορά είναι άμεση και σημαντική.

Το επόμενο βήμα

Οι ελληνικές κονσερβοποιίες και οι εξαγωγείς κατεψυγμένων φρούτων βρίσκονται σε δεινή θέση, με τις ζημιές να θεωρούνται δεδομένες. Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι πώς θα γίνει η διαχείριση της κρίσης (damage control) και ποιες αγορές μπορούν να απορροφήσουν ένα μέρος των απωλειών από τις ΗΠΑ. Η επανεκκίνηση των εξαγωγών προς τις χώρες MERCOSUR και η επίσπευση των συμφωνιών με το Μεξικό και την Ινδία αποτελούν ενδεχομένως μονόδρομο για τη διάσωση του κλάδου.

Μέχρι τότε, οι ελληνικές επιχειρήσεις καλούνται να προσαρμοστούν σε μια εξαιρετικά δύσκολη νέα πραγματικότητα, με την ελπίδα ότι η εμπορική πολιτική των ΗΠΑ θα αλλάξει στο μέλλον.

Δήμητρα Τάγκα