Συγκεκριμένα, μιλώντας την Πέμπτη στην ΕΡΤ ανέφερε: «Το 76% των εργαζομένων είναι πλέον πλήρους απασχόλησης» είπε ακόμη, ενώ ανέφερε ότι η Ελλάδα σήμερα «έχει χαμηλότερη ανεργία από τη Σουηδία».
Στη συνέχεια μιλώντας για την αύξηση του κατώτατου μισθού ανέφερε ότι: «Δεν λύνονται όλα τα προβλήματα με αυτή την αύξηση του κατώτατου μισθού», ανέφερε λίγες ημέρες μετά από την ανακοίνωση για την αύξηση του κατώτατου μισθού.
Επιπλέον, υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, ότι η κυβέρνηση έχει μειώσει ή καταργήσει 70 φόρους.
Η ίδια, μεταξύ άλλων είπε, κληθείσα να σχολιάσει την επιβολή δασμών από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, από την οποία έχουν δημιουργηθεί τριγμοί στην παγκόσμια κοινότητα, επισήμανε ότι πρόκειται για μια «πολύ δυσάρεστη εξέλιξη» σημειώνοντας πως «ένας τέτοιος εμπορικός πόλεμος δεν ευνοεί κανέναν».
Αναλυτικά οι δηλώσεις της υπουργου΄Εργασίας:
«Αυτή την εβδομάδα είχαμε την 5η κατά σειρά αύξηση κατώτατου μισθού κατά 50 ευρώ τον μήνα, 700 ευρώ τον χρόνο.
Είμαστε πλέον στα 880 ευρώ κατώτατο μισθό, 6% πάνω από πέρσι, 35% πάνω από το 2019. Θυμίζω ότι όταν ήρθαμε στα πράγματα, το 2019 ο κατώτατος μισθός ήταν στα 650 ευρώ. Γιατί το λέω αυτό;
Γιατί είχαμε να διανύσουμε και μια πολύ μεγαλύτερη απόσταση σε σχέση με άλλες χώρες, Για να φτάσουμε στην 11η θέση, δηλαδή ακριβώς στο μέσο – είναι 22 οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν νομοθετικά κατοχυρωμένο κατώτατο μισθό και η Ελλάδα είναι ακριβώς στη μέση. Θα θέλαμε να είναι πιο ψηλά (…)
Είναι όλα ρόδινα; “Όχι”, είναι η απάντηση. Προφανώς, υπάρχουν πάρα πολλές δυσκολίες και θα το πω όπως το νιώθω: Δεν λύνονται όλα τα προβλήματα με αυτή την αύξηση του κατώτατου μισθού. Έχουμε απόλυτη συναίσθηση αυτού. Μειώνονται όμως, θα έλεγα, κάποιες δυσκολίες. Αυτός είναι ο στόχος. Βήμα – βήμα.
Αλλά προσέξτε: με σταθερά βήματα να προχωρήσουμε προς τον στόχο που έχει θέσει αυτή η κυβέρνηση, που είναι τα 950 ευρώ κατώτατο μισθό μέχρι το 2027.
Έχετε δίκιο ότι και στην αγοραστική δύναμη η χώρα μας είχε τεράστιες δυσκολίες και έχει δυσκολίες. Και πράγματι και εκεί ξεκινήσαμε από ακόμα πιο χαμηλά.
Πραγματικά, αν δει κανείς τα στοιχεία θα δει ότι από το 2020 και πάνω και πέρα έχει ανεβεί η αγοραστική δύναμη της χώρας μας κατά περίπου 23 – 24%. Είναι αρκετό; «Όχι», θα σας απαντήσω και πάλι με το χέρι στην καρδιά, αλλά όλα αυτά τα βήματα που γίνονται και στον κατώτατο και όπως επηρεάζει τον μέσο μισθό, είναι στη σωστή κατεύθυνση.
Ποια δηλαδή; Της διεύρυνσης του διαθέσιμου εισοδήματος. Η πραγματικότητα είναι ότι όλο αυτό το διάστημα που δίνονται αυξήσεις, ένα μεγάλο μέρος το τρώει η ακρίβεια και άρα δεν βλέπει ο κόσμος. Ο πολίτης δεν νοιώθει αυτή την αύξηση.
Όσο έχουμε αποπληθωρισμό, όσο έχουμε αποκλιμάκωση αυτών των τάσεων, ειδικά στα τρόφιμα, ολοένα και περισσότερο θα γίνεται πιο αισθητή αυτή η αύξηση, αυτό το σταθερό βήμα (…)
Η χώρα μας έχει σχέδιο, προχωράει με πολύ σταθερά βήματα, είναι σε καλύτερη μοίρα από πάρα πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, λιγότερο εκτεθειμένη στην Αμερική και με πιο σταθερή οικονομία.
Είπα προηγουμένως για τον μέσο μισθό, διότι, ο κατώτατος είναι η μία όψη του νομίσματος, ο οποίος καθορίζεται έως τώρα εν τέλει από την κυβέρνηση.
Αλλά υπάρχει και ένας άλλος δείκτης, αυτός του μέσου μισθού, ο οποίος καθορίζεται αυστηρά από την αγορά εργασίας, δηλαδή από την προσφορά και τη ζήτηση από την αγορά εργασίας συνολικά (…)
Αυτή τη στιγμή είναι στα 1.342 ευρώ ο μέσος μισθός μερικής απασχόλησης και αν πάρει κανείς τον μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης είναι σχεδόν στα 1.500, δηλαδή 1.478 ευρώ.
Τι έχει ενδιαφέρον όμως όλα αυτά τα χρόνια που ανεβαίνει ο κατώτατος μισθός – που είχε ανέβει κατά περίπου 28%;
Η αύξηση του μέσου μισθού που καθορίζεται όπως έλεγα πριν από την αγορά, είναι ακριβώς παράλληλη. Είναι κατά 28,3%.
Αυτό δείχνει σε τι βαθμό λοιπόν και η αύξηση του κατώτατου «συμπαρασύρει» και το μέσο μισθό (…)
Αγωνία μας είναι η εξής: Αφενός να στηρίξουμε τους εργαζομένους, να ενισχύσουμε το διαθέσιμο εισόδημά τους, αλλά και πρέπει και όλο αυτό το σχήμα να βγαίνει, να είναι βιώσιμο οικονομικά. Κι όταν λέω βιώσιμο οικονομικά, εννοώ να είναι βιώσιμο για τις επιχειρήσεις (…)
Στόχος μας πάντοτε είναι να διατηρούνται οι θέσεις εργασίας και να δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας.».
Για την ανεργία
«Το 76% των εργαζομένων είναι πλέον πλήρους απασχόλησης» είπε ακόμη, ενώ ανέφερε ότι η Ελλάδα σήμερα «έχει χαμηλότερη ανεργία από τη Σουηδία».
Ανάμεσα σε άλλα, είπε σχετικά:
«Η χώρα μας σήμερα έχει χαμηλότερη ανεργία από τη Σουηδία, από τη Φινλανδία, από την Ισπανία και έχει τον μεγαλύτερο ρυθμό αύξησης απασχόλησης μαζί με το Λουξεμβούργο, για να είμαι ακριβής, αλλά είμαστε πρώτοι στην Ευρωπαϊκή Ενωση στο ρυθμό αύξησης απασχόλησης».
Υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, ότι η κυβέρνηση έχει μειώσει ή καταργήσει 70 φόρους.
Ανέφερε επ’ αυτού:
«Αυτή η κυβέρνηση είναι που έχει μειώσει καταργήσει 70 φόρους τα χρόνια αυτά, από τον ΕΝΦΙΑ μέχρι τα αφορολόγητα που έχουν αυξηθεί και ούτω καθεξής. Είναι σημαντικές ελαφρύνσεις που έχουν γίνει όλα αυτά τα χρόνια στη βάση μιας πολιτικής.
Όσο μπορούμε και όσο έχουμε έσοδα, περισσότερα έσοδα, αυτά να επιστρέφουν στην κοινωνία, να επιστρέφουν μέσω φοροελαφρύνσεων, όπως οι 70 καταργήσεις και μειώσεις φόρων, να επιστρέφουν μέσω επενδύσεων στην υγεία, στην παιδεία και ούτω καθεξής. Σε ό,τι αφορά το υπουργείο Εργασίας, θα σας πω το εξής: Ασφαλιστικές εισφορές είχαμε από τις υψηλότερες στην Ευρώπη. Τα χρόνια αυτά έχει επέλθει μεγαλύτερη μείωση ασφαλιστικών εισφορών. Στην Ευρώπη έχουν μειωθεί οι ασφαλιστικές εισφορές κατά 5,5 ποσοστιαίες μονάδες (…)
Η ανεργία όταν αναλάβαμε τη διακυβέρνηση της χώρας ήταν στο 17,8% περίπου, σχεδόν 18% σήμερα. Ήταν 28% τα χρόνια της κρίσης (…) Την εποχή εκείνη είχαμε περίπου ένας στους δύο νέους εκτός εργασίας.
Πλέον είμαστε στο 8,6% που είναι το χαμηλότερο 15ετίας. Η τελευταία φορά που ήμασταν στο 8.6% ήταν το 2008. Δεν χωρεί όμως εφησυχασμός. Το 8,6% σημαίνει ότι πλησιάζουμε πλέον σε αυτό που λέμε “το σκληρό πυρήνα της ανεργίας”.
Οπότε το ερώτημα είναι πως κινούμαστε όλο αυτό το διάστημα. Γιατί η κάθοδος αυτή είναι συστηματική προκειμένου να μειώσουμε ακόμα περισσότερο την ανεργία και να τονώσουμε την απασχόληση με μια σειρά από μέτρα.
Πρώτα απ’ όλα έχουμε πάει και έχουμε βρει ποιες είναι εκείνες οι πληθυσμιακές ομάδες στις οποίες έχουν μεγαλύτερα περιθώρια βελτίωσης (…)».
Για τους δασμούς: «Ένας τέτοιος εμπορικός πόλεμος δεν ευνοεί κανέναν»
Η ίδια μεταξύ άλλων είπε, κληθείσα να σχολιάσει την επιβολή δασμών από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, από την οποία έχουν δημιουργηθεί τριγμοί στην παγκόσμια κοινότητα, επισήμανε ότι πρόκειται για μια «πολύ δυσάρεστη εξέλιξη» σημειώνοντας πως «ένας τέτοιος εμπορικός πόλεμος δεν ευνοεί κανέναν».
Συγκεκριμένα, τόνισε: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι μια πολύ δυσάρεστη, θα έλεγα εξέλιξη, Αναμενόμενη ως ένα βαθμό, γιατί μας είχε προϊδεάσει θα έλεγα, η νέα κυβέρνηση της Αμερικής. Είναι όμως μια πολύ δυσάρεστη εξέλιξη, η οποία θα έλεγα ανατρέπει και όσα ξέρουμε για το παγκόσμιο εμπόριο εδώ και δεκαετίες και δη από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, δηλαδή για το ελεύθερο εμπόριο, για μια φιλελεύθερη προσέγγιση σχετικά με το εμπόριο και για το πώς έχει χτιστεί συνολικά το παγκόσμιο εμπόριο όλες τις τελευταίες δεκαετίες.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι συνέπειες θα υπάρξουν σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης σε επίπεδο κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άλλες ευρωπαϊκές χώρες επηρεάζονται περισσότερο και άλλες λιγότερο.
Θα έλεγα ότι στην άμεση επίδραση η χώρα μας είναι περισσότερο θωρακισμένη και λόγω του ότι έχει μια ισχυρή οικονομία αυτή τη στιγμή, μια σταθερή οικονομία, μια ανάπτυξη μεγαλύτερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Και γιατί η πραγματικότητα είναι ότι εξάγει λιγότερο από ό,τι ο μέσος όρος των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (…)».
Για το πώς θα επηρεαστεί το εμπορικό ισοζύγιο, υπογράμμισε:
«Το ενδοκοινοτικό εμπόριο θα επηρεαστεί. Διότι εμείς μπορεί να μην εξάγουμε τόσο πολύ στην Αμερική, αλλά εξάγουμε πολύ στη Γερμανία, στην Ιταλία και ούτω καθεξής.
Και επίσης το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Διότι προφανώς η Αμερική έχει το πιο ισχυρό χρηματοπιστωτικό σύστημα, άρα και η άνοδος των επιτοκίων πιθανότατα θα επηρεάσει και την Ευρώπη. Παρόλα αυτά θα έλεγα ότι η χώρα μας είναι θωρακισμένη.
Προφανώς, θα υπάρξουν αρνητικές εξελίξεις για όλους, αλλά υπογραμμίζει ακόμα περισσότερο την ανάγκη για σταθερές οικονομίες, για αναπτυξιακές οικονομίες.
Η χώρα μας αυτή τη στιγμή, με 2,3% ρυθμό ανάπτυξης υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρώπης, είναι εξοπλισμένη, έχει σχέδιο, αλλά υπογραμμίζει και κάτι άλλο: την ανάγκη για σταθερότητα. Την ανάγκη για πολιτική σταθερότητα. Την ανάγκη για ένα σταθερό σχέδιο για την αναπτυξιακή πολιτική της χώρας μας. Και όλα αυτά αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση αυτή τα υπηρετεί (…)
Αυτό που όλοι θέλουμε προφανώς είναι μία αποκλιμάκωση και αυτό ευχόμαστε προφανώς. Από εκεί και πέρα θα γίνουν συζητήσεις στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο.
Προφανώς, και η Ελλάδα έχει να διαδραματίσει καίριο ρόλο σε αυτές τις συζητήσεις για το πώς ακριβώς θα αντιδράσει και βεβαίως η θέση της Ελλάδας διαχρονικά είναι να είναι υπέρμαχος του ελεύθερου εμπορίου.
Όλα αυτά είναι πάρα πολύ ξένα προς αυτά τα οποία ξέρουμε και προς την Ευρώπη ευρύτερα θα έλεγα.
Άρα θα γίνουν οι συζητήσεις στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο σε επίπεδο αρχηγών κρατών, των μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ελλάδα εκεί έχει να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο».