Από την ίδρυσή της το 2001, η εταιρεία αξιοποιώντας αγνές πρώτες ύλες από την ελληνική γη, έχει χαράξει μια ανοδική πορεία ανάπτυξης, εστιάζοντας στην ποιότητα, την καθετοποίηση της παραγωγής και την εξωστρέφεια με στόχο να προσφέρει αυθεντικές ελληνικές γεύσεις. Η πορεία της ξεκίνησε με την παραγωγή antipasti, όπως γεμιστά πιπεράκια με τυρί, όμως γρήγορα επεκτάθηκε και σε άλλες κατηγορίες προϊόντων, όπως ελιές και αλείμματα τυριών με πάνω από 100 διαφορετικές συσκευασίες και γεύσεις. «Τα προϊόντα της τοποθετούνται κυρίως στα ψυγεία των καταστημάτων της Lidl, με εξαίρεση τις ελιές, οι οποίες διατίθενται εκτός ψυγείου», ανέφερε στα Μακεδονικά Νέα ο διευθύνων σύμβουλος της ARI Foods Αριστοτέλης Ιγνατίδης.
Κάθετη ολοκλήρωση και αγροτική παραγωγή
Τα τελευταία 10 χρόνια η ARI Foods έχει καθετοποιήσει την παραγωγή της, ξεκινώντας το 2010 τη δική της αγροτική δραστηριότητα. Σήμερα καλλιεργεί 200-300 στρέμματα με πιπεριές και ελιές, ενώ σχεδιάζει την περαιτέρω επέκταση των ιδιόκτητων εκτάσεών της. Παρά την προσπάθεια για αυτονομία στην παραγωγή πρώτων υλών, η εταιρεία συνεχίζει να προμηθεύεται μέρος αυτών από παραγωγούς της Χαλκιδικής, με στόχο τη διατήρηση της ποιότητας και τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Η ARI Foods διαθέτει δύο εργοστάσια: ένα εργοστάσιο πρωτογενούς επεξεργασίας, όπου τα νωπά αγροτικά προϊόντα μετατρέπονται σε ενδιάμεσο προϊόν και ένα εργοστάσιο δευτερογενούς επεξεργασίας, όπου γίνεται η συσκευασία των προϊόντων για τη Lidl. Το 2024, η εταιρεία επένδυσε 10 εκατ. ευρώ στην επέκταση του εργοστασίου και στην εγκατάσταση νέας αυτοματοποιημένης γραμμής παραγωγής, η οποία τέθηκε σε λειτουργία φέτος, με στόχο την αύξηση της αποδοτικότητας και της παραγωγικής δυνατότητας.
Οι εξαγωγές
Σήμερα, εξάγει το 100% της παραγωγής της σε ευρωπαϊκές και αμερικανικές αγορές, διατηρώντας από το 2004 στρατηγική συνεργασία με τη Lidl International. Οι βασικές αγορές της ARI Foods μέσω της Lidl είναι η Γερμανία και η Αγγλία, με τα προϊόντα να είναι σχεδιασμένα για τις ανάγκες των ευρωπαίων καταναλωτών, ενώ υπάρχουν σκέψεις, κατά τον κ. Ιγνατίδη, για ανάπτυξη μεσογειακών προϊόντων που θα απευθύνονται στις αγορές της Ιταλίας και της Ισπανίας, όπου η εταιρεία δεν έχει παρουσία. Παρά την αποκλειστική συνεργασία με τη Lidl, η εταιρεία δεν αποκλείει το ενδεχόμενο διεύρυνσης των συνεργασιών της στο μέλλον, ωστόσο προς το παρόν η Lidl συνεχίζει να απορροφά το σύνολο της παραγωγής της, με τη ζήτηση να ξεπερνά τις παραγωγικές δυνατότητες της εταιρείας.
Στόχος για 70 εκατ. τζίρο
Το 2023, η ARI Foods κατέγραψε τζίρο 60 εκατ. ευρώ, ενώ το 2024 αυξήθηκε στα 62 εκατ. ευρώ. Για το 2025, η διοίκηση στοχεύει να ξεπεράσει τα 70 εκατ. ευρώ, επιδιώκοντας άνοδο της παραγωγής και της αποδοτικότητας μέσω των επενδύσεων που έχει ολοκληρώσει στην αυτοματοποίηση. Η χρονιά πάντως «τρέχει» με ικανοποιητικούς ρυθμούς και με ανοδικά νούμερα. «Η νέα γραμμή παραγωγής θα μειώσει και την ανάγκη για χειρονακτική εργασία, απαντώντας στο πρόβλημα της έλλειψης εργατικού δυναμικού στον αγροτικό τομέα. Για το 2025 στοχεύουμε σε αύξηση παραγωγής πάνω από 15% και τζίρου ταυτοχρόνως. Αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση για εμάς αλλά έχουμε κάνει όλα τα απαραίτητα βήματα σε επενδύσεις για να το πετύχουμε», σημείωσε ο κ. Ιγνατίδης.
Η εταιρεία επενδύει σημαντικά και στην εκπαίδευση του προσωπικού της, πραγματοποιώντας coaching με ειδικούς από την Αμερική και δημιουργώντας ένα εργασιακό περιβάλλον που προάγει την ομαδικότητα, την καινοτομία και τη σταθερή επαγγελματική ανέλιξη. Παράλληλα, εξερευνά τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης για τη βελτιστοποίηση των διαδικασιών παραγωγής.
Παράλληλα, σκοπεύει να επεκτείνει την αυτοματοποίηση και στις υπόλοιπες γραμμές παραγωγής της, ιδίως στις πιο απαιτητικές, καλύπτοντας το κενό σε εργατικά χέρια και βελτιώνοντας την ποιότητα των προϊόντων της.
Προσήλωση στην ποιότητα και την ελληνική ταυτότητα
Με βήματα προς την καινοτομία, η ARI Foods επενδύει σε νέες τεχνολογίες και αναπτύσσει προϊόντα που ανταποκρίνονται στις διατροφικές τάσεις και τις απαιτήσεις των διεθνών αγορών. Ξεχωρίζει δε για την προσήλωσή της στην ποιότητα και την ικανοποίηση του καταναλωτή. Παράγει κυρίως προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας για τη Lidl, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις προβάλλεται και η ελληνική προέλευση των προϊόντων, συμβάλλοντας στην προώθηση της χώρας και της τοπικής παραγωγής στις διεθνείς αγορές όπως η ελιά Χαλκιδικής ΠΟΠ που αποτελεί έναν από τους βασικούς κωδικούς της εταιρείας.
«Τα τελευταία χρόνια, ιδίως μετά την πανδημία, βλέπουμε ότι υπάρχει ένας συμβιβασμός στην παραγωγή λόγω της έλλειψης εργατικών χεριών και γίνονται εκπτώσεις στην ποιότητα. Παρατηρείται ήδη στις πρώτες μας ύλες και γι αυτό κάνουμε τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να επιστρέψουμε στην ποιότητα που είχαμε προ τετραετίας», εξήγησε ο κ. Ιγνατίδης.
Η επιτυχία του μοντέλου αποκλειστικής συνεργασίας
Αν και η αποκλειστική συνεργασία με έναν retailer μπορεί να φαίνεται περιοριστική, για την ARI Foods αποδείχθηκε στρατηγικά ορθή επιλογή εδώ και 20 χρόνια. «Όταν αποφασίσαμε να στραφούμε αποκλειστικά στις εξαγωγές, η συνεργασία με το Lidl ήταν στους στόχους μας και πληρούσε τα κριτήρια ενός μεγάλου retailer. Αποτελεί έναν σταθερό και αξιόπιστο συνεργάτη, παρέχοντας στην εταιρεία ένα προστατευμένο επιχειρηματικό περιβάλλον, ακόμα και σε περιόδους κρίσεων, όπως οι οικονομικές αστάθειες», εξήγησε στα Μακεδονικά Νέα ο κ. Ιγνατίδης.
Η ARI Foods συνιστά ένα ελληνικό success story, έχοντας τριπλασιάσει το μέγεθός της την τελευταία δεκαετία και απασχολώντας πάνω από 300 εργαζόμενους, ενώ στο ίδιο διάστημα έγινε η μετάβαση από την πρώτη στη δεύτερη γενιά. Με συνεχή επενδυτική δραστηριότητα, έμφαση στην καινοτομία και την ποιότητα, και στρατηγική συνεργασία με έναν από τους μεγαλύτερους λιανεμπόρους παγκοσμίως, η εταιρεία συνεχίζει να αναπτύσσεται δυναμικά, αναδεικνύοντας την ελληνική παραγωγή σε διεθνές επίπεδο.